
Στις ιστορίες του άφηνε πάντα τον αναγνώστη να διερωτάται το τέλος. Απέφευγε τη δέσμευση της κατάληξης. Γι’ αυτόν οι ιστορίες ήταν σαν τα παιδιά. Όφειλες να τους παρέχεις τροφή, να τους διδάξεις τα μυστικά της ζωής κι ύστερα να τις αφήσεις να διαλέξουν μόνες τους τι μυστήριο θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Έτσι στο μυαλό του γεννήθηκαν πολλές ατελείωτες ιστορίες. Ιστορίες που πότε διάλεγαν να καταλήξουν παραμύθια και πότε τραγωδίες. Τις παρακολουθούσε από μακριά, από τον ύπνο που πάντα βρισκόταν, να παίρνουν το δρόμο τους μια-μια. Να απομακρύνονται από τον γεννήτορα τους, να ενηλικιώνονται, να γεννούν κι οι ίδιες άλλες ιστορίες. Ένα πράγμα μόνο τους ζητούσε να τηρούν πάντα, κι ήταν σαν νόμος απαράβατος για όλες τους. Καμιά τους να μη γράψει ποτέ την ιστορία του δικού του τέλους.





