mapple.jpg

Στις ιστορίες του άφηνε πάντα τον αναγνώστη να διερωτάται το τέλος. Απέφευγε τη δέσμευση της κατάληξης. Γι’ αυτόν οι ιστορίες ήταν σαν τα παιδιά. Όφειλες να τους παρέχεις τροφή, να τους διδάξεις τα μυστικά της ζωής κι ύστερα να τις αφήσεις να διαλέξουν μόνες τους τι μυστήριο θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Έτσι στο μυαλό του γεννήθηκαν πολλές ατελείωτες ιστορίες. Ιστορίες που πότε διάλεγαν να καταλήξουν παραμύθια και πότε τραγωδίες. Τις παρακολουθούσε από μακριά, από τον ύπνο που πάντα βρισκόταν, να παίρνουν το δρόμο τους μια-μια. Να απομακρύνονται από τον γεννήτορα τους, να ενηλικιώνονται, να γεννούν κι οι ίδιες άλλες ιστορίες. Ένα πράγμα μόνο τους ζητούσε να τηρούν πάντα, κι ήταν σαν νόμος απαράβατος για όλες τους. Καμιά τους να μη γράψει ποτέ την ιστορία του δικού του τέλους.

witkin_16.jpg

Το φίδι σύρθηκε στο πλευρό του, έγλειψε την πληγωμένη σάρκα κι ύστερα κούρνιασε στην κοιλιά του. Τούτο τον πειρασμό σου είχα τάξει. Ως άνθρωπος να υποκλιθείς στο μαρτύριο μου, κι ως θεός να με διαγράψεις. Μετά θα ζω στην κοιλιά των ανθρώπων. Όπως τώρα βρίσκω καταφύγιο στο ψεύτικο σαρκίο σου, έτσι θα κρύβομαι κάτω από τη θνητή σάρκα των ανθρώπων. Κι ούτε οι προσταγές σου, ούτε οι προσευχές τους θα μπορούν να τους γλιτώσουν. Μια που κατάφερα να τραφώ από το αίμα σου, να ζεσταθώ από την ανάσα σου, τι νίκη να μου καταφέρουν όσοι κίβδηλα πιστεύουν στην εικόνα σου;

kid.jpg

Οι γνωρίζοντες πάντα σχολίαζαν τον τρόπο που διάλεγε τις κινήσεις του. Πώς μετρούσε τις αναπνοές του πριν σηκώσει το χέρι και ορίσει την εξέλιξη του παιχνιδιού ή πώς απέφευγε να προδώσει τη σκέψη του κρατώντας πεισματικά τα χείλη του στον ίδιο μισόκλειστο μορφασμό. Αρέσκονταν επίσης να μιλούν για τις δυνατότητες που είχε να μεγαλουργήσει σε ό,τι κι αν διάλεγε. Ήταν προφανές ότι οι δρόμοι ήταν ανοικτοί για ένα τέτοιο μυαλό. Οι δρόμοι. Οι δρόμοι που θα ακολουθούσε. Οι δρόμοι που θα κατακτούσε. Κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν αναρωτήθηκε από ποιο δρόμο ξεστράτισε και δεν ήταν πλέον παιδί.

empty.jpg

Έτρεξαν οι σκιές να κρυφτούν μακριά από τη μυρωδιά των ανθρώπων. Άλλες προτίμησαν ν’ ανέβουν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο μισογκρεμισμένο όροφο, άλλες διάλεξαν το μισοσκόταδο κάτω από τη σκάλα. Σταμάτησαν τις συνομιλίες, κράτησαν τις αναπνοές τους και περίμεναν ν΄ακούσουν την πρώτη ανάσα που θα τις ειδοποιούσε για την είσοδο των ζώντων στην άδεια αίθουσα. Κι όταν οι ζώντες μπήκαν στην αίθουσα, όταν η αίθουσα πλημμύρισε από τους παλμούς του νεαρού αίματος, τότε οι σκιές ήρθαν αντιμέτωπες με την αλήθεια. Σε τίποτα δεν διέφεραν οι ζώντες από τις σκιές. Η ίδια απορία στα μάτια, το ίδιο μένος να κατακτήσουν τη ζωή, ο ίδιος φόβος για το Πέρα. Για το Άδειο που θα ακολουθήσει όταν κι αυτά τα σαρκία θα μείνουν κενά ψυχής. Για το Άδειο που δεν θα γεμίσει όπως δεν γέμισε ποτέ κανενός το Άδειο. ¨Όλοι στον ίδιο κύκλο είλωτες είμαστε” συμπέρανε η γηραιότερη σκιά.

Ύστερα πήραν μία-μία τη θέση τους στα σώματα που είχαν αφήσει για λίγο και συνέχισαν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, ήσυχες πια πώς τίποτα δεν άλλαξε από το Γραμμένο.

couple.gif

Μετρούσαμε τότε τις αποστάσεις μ΄ανάσες. Κι όσο δυνάμωνε ο αέρας ανάμεσα μας τόσο έρχονταν πιο κοντά το δέρμα μας. Τριβόταν το χέρι μου στο δικό σου κι έπαιρνε ζωή- έδινε ζωή. Σε μια ανάσα κοινή ζούσαμε, κόντρα στον αέρα που φύσαγε να μας ξεσκίσει. Ύστερα ήρθε ο χρόνος. Έσυρε το κουτσό του πόδι μπροστά μας, σήκωσε τη μαγκούρα του απειλητικά ίσα με το βλέμμα μας και όρισε τις αποστάσεις με τα χρόνια.

Εσύ, έμελλε να ανασαίνεις πάνω από ένα γκρεμό δίχως αντίλαλο. Να ξοδεύεις τις ανάσες σου στον βρόντο, μέχρι την τελευταία.

Εγώ, έστρεψα τις ανάσες μου προς τα μέσα. Πνίγηκα στις λέξεις που κατάπια. Κοφτές, ρηχές ανάσες. Όσο ρηχές ήταν κι οι δικαιολογίες για όσα ανέβαλα να θέλω.

girll.jpg

Φοβάσαι. Τις μέρες που στοιβάζονται πάνω στις μέρες. Το γλίστρημα, το βήμα που χάνει το ρυθμό του. Τη λύπη που σε νικάει. Φοβάσαι. Τη λύπη που πάντα βρίσκει τον τρόπο να σε κερδίζει.

Ήσυχη, στην ανησυχία σου. Γνώριμος εχθρός ο κίνδυνος. Γνώριμος κίνδυνος το φως. Γνώριμα τα χείλη που φιλούν τα μάτια σου. Ήσυχη. Όπως ήσυχος είναι αυτός που γνωρίζει πώς θα ηττηθεί.

Έχασκαν οι βαλίτσες, ανοιχτές, παρατημένες. Σαν εαυτοί που ξεχάστηκαν πίσω, να αναμοχλεύουν ιστορίες παλιές που κανείς πια δεν θα μνημόνευε. Ύστερα όλοι μπήκαν στο τρένο. Καινοί. Κενοί του πρότερου βίου τους. Στα παράθυρα έτρεχαν προς τα πίσω οι πρώην μέρες τους. Κάθε μέτρο και μια νέα ανάσα. Κάθε χιλιόμετρο και μια νέα ζωή. Κάθε νέα πόλη που προσπερνούσαν τρύπωνε τις εικόνες της στα μάτια τους κι έβρισκε το χώρο της στο άδειο της μνήμης τους. Κι όταν τέλειωσε το παραμύθι της φυγής, όταν σταμάτησαν να κοιτούν από τα παράθυρα, όταν οι νέες εικόνες πάλιωσαν κι αυτές, τότε αντίκρισαν ο ένας τον άλλο. Κι ο ένας ήταν πάντα ένας άλλος, ποτέ ο οικείος, ποτέ ο δικός. Είχαν ξεχάσει πια πώς είναι να ανήκεις κάπου.